Αγριοκούνελο
(Oryctolagus cuniculus)
Το αγριοκούνελο είναι ζώο νυκτόβιο βγαίνει για βοσκή με τη δύση του ηλίου και επιστρέφει στις φωλιές την αυγή, ζει σε λαγούμια ή σχισμές βράχων. Είναι μικρότερο του λαγού ,μήκος 35-40 εκατ. ύψος 16-18εκατ.,βαρος 1-2κιλά . Χρώμα γκριζοκαστανό από πάνω ανοιχτότερο στο πλάι, κοιλιά λευκωπή . Ουρά πολύ κοντή 6-7εκατ.με λεπτό μαύρο περίγραμμα. Τα μάτια του είναι στο πλάι του κεφαλιού χωρίς να προεξέχουν όπως του λαγού και έχει μικρότερα αυτιά από το λαγό.
Μπορεί να προξενήσει μεγάλες και ξαφνικές ζημιές στις καλλιέργειες αφού τρέφεται με κάθε είδος φυτικής τροφής. Στην Ελλάδα ζει σε ορισμένα νησιά του Αιγαίου, είναι είδος πεδινών και λοφωδών περιοχών ζει σε χορτολίβαδα η θαμνολίβαδα και σπάνια σε υψόμετρο πάνω από 600μ.
H αναπαραγωγική ικανότητα του αγριοκούνελου είναι παροιμιώδης. Γεννάει 5-6 φορές τον χρόνο από 5 μικρά κάθε φορά ( ο αριθμός αυτός κυμαίνεται και εξαρτάται από αρκετούς παράγοντες κάθε φορά) τελικώς όλη τη χρονιά δεν γεννά περισσότερα από 10-15 μικρά. Τα νεογνά γεννιούνται μακριά από την φωλιά σε απόσταση 150 μ. και σε ιδικά διαμορφωμένες στοές , αυτό γίνεται για να προστατευτούν από τα αρσενικά και τα υπόλοιπα αρπακτικά . Ζει 6-7 χρόνια Είναι είδος κοινωνικό , κατασκευάζει υπόγειες στοές (κονικλώνες) με πολλές διακλαδώσεις οι οποίες επικοινωνούν μεταξύ τους καθώς και με το περιβάλλον. Οι στοές βρίσκονται σε βάθος 2,5 -3μ και έχουν συνολικό μήκος γύρω στα 50μ. και κατασκευάζονται με τη βοήθεια των ισχυρών νυχιών που έχουν στα μπροστινά πόδια. Το ύψος των στοών είναι 15εκατ. ενώ του κύριου χώρου διαμονής 30-60εκατ. Σε μια αποικία παρατηρείται πλήρης ιεραρχία μεταξύ τους ανάλογα με τη σωματική δύναμη ενώ ο αριθμός της φθάνει τα 200 άτομα.
Στην χώρα μας κυνηγιέται, στο καρτέρι το πρωί και το σούρουπο αλλά και με σκύλους ιχνηλάτες.
Eπίσης χρησιμοποιούνται και σκυλιά κάθε φυλής που είναι ικανά να εντοπίσουν και να ξεπετάξουν το κουνέλι από θάμνους.
Αγριόχοιρος
(Sus scrofa)
Το αρσενικό φτάνει το βάρος των 170 κιλών, ύψος ενός μέτρου στο ακρώμιο και μήκος έως και 180 εκατ. Ο άγριος θηλυκός χοίρος είναι μικρότερος από τον αρσενικό. Έχει μεγάλο κεφάλι, και μακρύ ρύγχος που τελειώνει σε μουσούδα, η ουρά που τελειώνει με μια τούφα από τρίχες, τα ενήλικα αρσενικά έχουν κυνοειδείς χαυλιόδοντες που προεξέχουν και από τις δύο πλευρές του στόματος. Χαυλιόδοντες (πιο μικρούς των αρσενικών) μπορούν να έχουν και τα μεγάλα σε ηλικία θηλυκά. Το τρίχωμα είναι σκληρό, δύσκαμπτο, από σκούρο καφέ έως μαύρο. Τα μικρά αγριογούρουνα έχουν ανοιχτόχρωμες καφέ ρίγες κατά μήκος, κατόπιν αποκτούν ένα ομοιόμορφο σκούρο καφέ χρώμα μέχρι την ηλικία 1 έτους
Ο αγριόχοιρος είναι κυρίως ο χορτοφάγος, τρώει βελανίδια, ρίζες, βολβούς που μπορεί να ξεθάψει. Επιτίθεται εύκολα στις καλλιέργειες κοντά το δάσος.
Ο αραβόσιτος στο γαλακτώδες στάδιο είναι από τις πιο αγαπημένες του τροφές. Τρέφεται επίσης με έντομα, γαιοσκώληκες, σαλιγκάρια που βρίσκει σκάβοντας.
Ζει στις πυκνές καλυμμένες περιοχές στο δάσος, σε μητριαρχικά οργανωμένες αγέλες, σε αυτές τις οικογενειακές ομάδες αποκλείονται τα μεγάλα αρσενικά.
Κατά τη διάρκεια της ημέρας, παραμένει κρυμμένο στη φωλιά του (κουμάσι - λότσι) και βγαίνει για τροφή κατά τη διάρκεια της νύχτας. Όταν κυνηγηθεί αναπτύσσει μεγάλη ταχύτητα, ενώ αν χρειαστεί κολυμπάει πολύ καλά. Σπάνια ξεπερνά την ηλικία των 15 ετών.
H εποχή αναπαραγωγής αρχίζει τον Oκτώβριο και τελειώνει τον Απρίλιο, η αρχηγός της αγέλης είναι η πρώτη που επιδεικνύει σημεία οίστρου και αυτό δρα σαν σινιάλο για τα υπόλοιπα θηλυκά (συγχρονισμός οίστρου). Mετά από κύηση 115 ημερών, γεννιούνται τα μικρά, συνήθως 3, ενώ κάποτε φτάνουν μέχρι και 8.
Η απογαλάκτιση πραγματοποιείται μετά από 3 μήνες και ανεξαρτητοποιούνται σε ηλικία 6 μηνών. Το θηλυκό αγριογούρουνο είναι σεξουαλικά ώριμο όταν φτάσει το 1 έτους, το αρσενικό μετά από 18 μήνες.
Στην Eλλάδα, όπως και στην υπόλοιπη Eυρώπη, δείχνει μια τάση αύξησης. H εξάπλωσή του στην Στερεά καλύπτει όλους του νομούς με εξαίρεση την Aττική. Στην Πελοπόννησο έχει εξαπλωθεί ύστερα από μια αρχική απελευθέρωση τριάντα ζώων το 1989
Λαγός
(Lepus europaeus)
Συναντάται σε όλη την Ευρώπη , Μ. Ασία, Αραβία, Βόρεια Αφρική, έχει επίσης εισαχθεί στην Αμερική, Αυστραλία, Νέα Ζηλανδία . Λόγω της μεγάλης εξάπλωσης το είδος παρουσιάζει διαφορές από τόπο σε τόπο πχ στη νότια Ευρώπη είναι μικρότερος με κοντότερο τρίχωμα από ότι στη βόρειο Ευρώπη. Οι μορφολογικές διαφορές οφείλονται στον βιότοπο. Σε γενική εμφάνιση μοιάζει με το κουνέλι, αλλά είναι μεγαλύτερο ζώο. Το σώμα του είναι επίμηκες με μήκος 50-60 εκατ. και ύψος 20-30 και βάρος 3-6 κιλά. Το θηλυκό είναι κατά κανόνα μεγαλύτερο από το αρσενικό. Το κεφάλι του είναι μεγάλο και ωοειδές και τα μάτια του βρίσκονται λοξά και εξέχουν προς τα πλάγια του κεφαλιού.
Τα αυτιά είναι μακριά και όρθια ,ευκίνητα και πιο μακριά από το κεφάλι, όταν τοποθετηθούν προς τα εμπρός και έχουν μαύρες άκρες. Το κάτω μέρος του σώματος λευκό ,ουρά κοντή μυτερή 7-10 εκατ. στο πάνω μέρος μαύρο και στο κάτω λευκό. Aντίθετα, με την επικρατούσα γνώμη, δεν μπορεί να ζευγαρώσει με το κουνέλι διότι είναι διαφορετικό είδος.
Η τροφή του περιλαμβάνει τρυφερά χόρτα ,χυμώδεις καρπούς ,δημητριακά και σε περιόδους που αυτά δεν υπάρχουν σε αφθονία μπορεί να τραφεί και με νεαρούς βλαστούς , φλοιούς θάμνων ,κάστανα ,βελανίδια. Το απαραίτητο νερό το παίρνει με τη τροφή ,πίνει νερό μόνο κατά την διάρκεια μεγάλης ξηρασίας και όταν θηλάζει τα νεογνά. Παρουσιάζει το φαινόμενο της κοπρανοφαγίας. Aνακυκλώνει τα κόπρανά του απορροφώντας τα θρεπτικά συστατικά που έχουν απομείνει από την πρώτη πέψη.
Τον συναντάμε σε ποικιλία βιοτόπων εκτός από πολύ μεγάλα υψόμετρα πάνω από 1500μ και τις πολύ ψυχρές και υγρές περιοχές. Άριστος βιότοπος αποτελούν οι αραιοί θαμνότοποι η τα αραιά δάση κοντά σε γεωργικές εκτάσεις ,περιοχές δηλαδή που μπορεί να βρει άφθονη τροφή και καλούς κρυψώνες.
Αναπαράγεται από τον Φεβρουάριο ως τον Αύγουστο αλλά η περίοδος αυτή μπορεί να αλλάξει λόγω καιρικών συνθηκών. Είναι είδος πολυγαμικό .
Γεννά τέσσερις πέντε φορές τον χρόνο από 2-4 μικρά (περισσότερα στο μέσο της αναπαραγωγικής περιόδου και λιγότερα στην αρχή και στο τέλος. Τα νεογνά γεννιούνται κάθε 30 -35 μέρες η κύηση όμως διαρκεί 42-44 μέρες . H θηλυκιά είναι έτοιμη να ζευγαρώσει ενώ είναι ακόμη έγκυος, γύρω στην 38η μέρα κύησης Αυτό οφείλεται στο γεγονός ότι η μήτρα είναι δισχεδής με αποτέλεσμα να διακρατεί δύο γέννες ταυτόχρονα . Έτσι λοιπόν πριν τον τοκετό γονιμοποιείται ξανά, το φαινόμενο αυτό δεν παρατηρείται σε άλλο θηλαστικό και είναι γνωστό ως επικύηση . Ο θηλασμός διαρκεί 2-3 εβδομάδες και τα μικρά γίνονται ανεξάρτητα μετά από τριάντα μέρες και ωριμάζουν σεξουαλικά μετά από 7-8 μήνες . Η διάρκεια της ζωής του λαγού είναι 7-8 χρόνια.
Ο Λαγός έίναι μοναχικό είδος ,ζει μόνιμα σε μια περιοχή ακτίνας 500μ και δύσκολα την εγκαταλείπει. Κολυμπά καλά όταν απαιτηθεί λόγω κινδύνου. Κινείται κυρίως τις πρωινές και απογευματινές ώρες, ενώ όταν είναι πανσέληνος καθ' όλη τη διάρκεια της νύχτας. Τη μέρα παραμένει κρυμμένος μέσα στη φωλιά του, λιάζεται ή κάνει αμμόλουτρα. Κατά τις μετακινήσεις του χρησιμοποιεί τα ίδια μονοπάτια τα οποία σημαδεύει με εκκρίματα τα οποία προέρχονται από αδένες του προσώπου. Ο λαγός τρίβει τα πόδια του στο πρόσωπο του και έτσι τα εκκρίματα κολλούν στα πόδια του και μεταφέρονται με το βάδισμά του ( στα πέλματα των ποδιών του δεν υπάρχουν οσμοποιοί αδένες). Η σήμανση της περιοχής ενδημίας γίνεται και με οσμοποιούς αδένες που βρίσκονται στη βάση του πρωκτού.
Σχεδόν πάντα δεν κατευθύνεται αμέσως στη φωλιά του αλλά εκτελεί παραπλανητικές διαδρομές προκειμένου να ξεγελάσει τους εχθρούς του και τελικά κάνοντας μεγάλα άλματα δεξιά, αριστερά και ένα μεγαλύτερο άλμα 1-1,5 μ. κάθεται στη φωλιά του . Η συμπεριφορά αυτή μάλλον είναι έμφυτη αφού παρατηρείται και στα νεαρά άτομα.
Ο λαγός σπάνια εγκαταλείπει τον κρυψώνα του ακόμα και όταν ο κίνδυνος βρίσκεται σε απόσταση τριών μέτρων , κάνοντας πολλούς να πιστεύουν ότι κοιμάται με ανοιχτά μάτια. Μπορεί να αναπτύξει μεγάλες ταχύτητες αλλά η κατασκευή των ποδιών του δυσκολεύει την κίνηση του στις κατηφόρες ενώ στην ανηφορική κίνηση είναι πιο γρήγορος. Πολλές φορές όταν κινδυνεύει χτυπά το έδαφος με τα πόδια του ή τρίβει τα δόντια του, (συμπεριφορά που παρατηρείται και στα κουνέλια).
Έχει πολύ καλή ακοή και όσφρηση . Η πλάγια τοποθέτηση των ματιών έχει σαν αποτέλεσμα τον περιορισμό της όρασης προς τα εμπρός, στα πλάγια όμως έχει μια ευρείας γωνίας ορατότητα.
Ο αριθμός των εχθρών του είναι πολύ μεγάλος από όλα τα σαρκοφάγα , λύκος , αλεπού , αγριόγατα κ.λ.π μέχρι και τα αρπακτικά γεράκια , αετοί κ.λ.π
Ο πληθυσμός παρουσιάζει έντονες και ακανόνιστες αυξομειώσεις που μπορεί να οφείλονται σε παράγοντες όπως: η ποσότητα και ποιότητα της τροφής, οι κλιματικοί παράγοντες, ο μεγάλος αριθμός και ανταγωνισμός στην εξεύρεση τροφής .
Οι παραπάνω λόγοι έχουν σαν αποτέλεσμα την μείωση του ρυθμού της αναπαραγωγής και την ελάττωση της αντοχής τους σε ασθένειες. H παραδοσιακή και πιο δημοφιλής μέθοδος κυνηγίου στην Eλλάδα, είναι με σκυλιά ιχνηλάτες που ακολουθούν τα ίχνη του λαγού στο έδαφος. O κυνηγός επιλέγει το σημείο που υπολογίζει ότι ο λαγός θα περάσει πιεζόμενος από τα σκυλιά και περιμένει τα σκυλιά να "γυρίσουν" το λαγό.
Αλεπού
(Vulpes vulpes)
Η αλεπού ξεχωρίζει από το χαρακτηριστικό κοκκινοκίτρινο χρώμα της γούνας της και τη φουντωτή ουρά της. Βγαίνει τη νύχτα να κυνηγήσει την τροφή της. Τρέφεται με μικρά τρωκτικά , πουλιά και έντομα αλλά και φρούτα ή άλλες φυτικές τροφές. Η περίοδος ζευγαρώματος αρχίζει από τον Ιανουάριο. Η θηλυκιά γεννάει 2 - 6 μικρά. Τα αλεπουδάκια μένουν μαζί με τη μητέρα τους μέχρι τέλη Αυγούστου. Ζει περίπου 15 χρόνια.
Η αλεπού είναι ένας πανέξυπνος κυνηγός. Oι ζημιές της στην κτηνοτροφία, σε κράτη όπου καταγράφονται, είναι σημαντικές. Στην Eλλάδα δεν υπάρχει σύστημα καταγραφής ζημιών από την αλεπού διότι δεν προβλέπεται αποζημίωση. Tο θέμα του ελέγχου του πληθυσμού της έχει περάσει σε μια φάση αντιπαράθεσης μεταξύ διαφόρων ομάδων με περισσότερο ιδεολογικό παρά επιστημονικό περιεχόμενο.
Δεν κυνηγιέται συστηματικά διότι δεν θεωρείται θήραμα. H θήρευσή της είναι τυχαία
Πετροκούναβο
(Martes Foina)
Το πετροκούναβο είναι ένα σαρκοβόρο ζώο που όταν ο πληθυσμός του σε μια περιοχή αυξηθεί πολύ και σε βάρος άλλων θηραμάτων μπορεί να χαρακτηριστεί επιβλαβές. Παλαιότερα, όταν υπήρχε αμοιβή και η γούνα του θεωρείτο πολύτιμη, κυνηγιόταν εντατικά.
Έχει περίπου το μέγεθος γάτας, το βάρος του φτάνει τα 2 κιλά. Έχει σκούρο καφέ χρώμα, με μια ασπροκίτρινη κηλίδα στο στήθος.
Iκανότατο στην αναρρίχηση δέντρων, κυνηγά πουλιά και τρωκτικά στο έδαφος και πάνω σε δέντρα και κτίρια.
Eπίσης τρώει αυγά και νεοσσούς από φωλιές.
Τo πετροκούναβο έχει εξαπλωθεί όλη την ηπειρωτική χώρα και σε πολλά νησιά.